Ο Φαλλός μου

Όταν ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο μου δεν είχα ιδέα τι προσπαθούσα να κάνω. Αρχικά ήταν μια παρόρμηση. Είχα μια κοπέλα τότε, ήταν ένα σχετικά ψηλό, γεροδεμένο κορίτσι με μεγάλο στήθος που δεν έμοιαζε καθόλου με τις χαριτωμένες, μικρόσωμες κοπέλες με τις οποίες συνήθως σχετιζόμουν. Όσο κι αν ακούγεται παράξενο πιστεύω πως το έναυσμα για να ξεκινήσω να γράφω δόθηκε από την πρωτόγνωρη αίσθηση που ένιωσα ξαπλώνοντας πλάι της το βράδυ.  Το κορίτσι εκείνο μόνο και μόνο χάρη στη φυσιολογία του σώματος της είχε αγγίξει μια ευαίσθητη μου χορδή, τη σχέση μου με τη μητέρα μου και τα ανάμεικτα συναισθήματα μου απέναντι της.  Ένα βράδυ, αφού βεβαιώθηκα πως είχε αποκοιμηθεί, σηκώθηκα από το κρεβάτι και ξεκίνησα να γράφω.

Από εκείνη τη στιγμή μέχρι την ολοκλήρωση του βιβλίου πέρασαν αρκετά χρόνια και εκείνη η πρώτη αίσθηση θάφτηκε κυριολεκτικά κάτω από εκατοντάδες πέπλα νοήματος. Προκειμένου να ολοκληρώσω το βιβλίο χρειάστηκε να διαβάσω ξανά δραματολογία, να παρακολουθήσω σεμινάρια, να μελετήσω μερικά βιβλία για τη δομή ενός μυθιστορήματος και για την πιο αποτελεσματική δημιουργία χαρακτήρων, όμως κάθε φορά που βρισκόμουν μπροστά στον υπολογιστή και τα πράγματα πήγαιναν καλά ένιωθα την ίδια παράξενη αίσθηση, το ίδιο αναπάντεχο συναίσθημα πως εξερευνούσα μια άγνωστη -συνήθως δυσάρεστη- πτυχή της προσωπικότητας μου.

Ολοκληρώνοντας το βιβλίο, χωρίς να το καταλάβω, όλος ο υπόνομος της ψυχικής μου κατάστασης είχε ξεβράσει στην επιφάνεια. Δεν ξέρω αν μόνο εγώ έχω τόσο σιχαμένο υποσυνείδητο -μάλλον όχι αν σκεφτεί κανείς πως search words όπως ‘θετός γιος γαμάει τη μητριά του’ ή ‘έπιασε την κόρη του να χαιδεύεται στο μπάνιο’ κάνουν θραύση στα πορνοσάιτ. Και δεν μιλώ μόνο απλά για αναφορές σε σεξουαλικές πράξεις ή πράξεις βίας. Μιλάω για επιθυμίες, για συναισθήματα όπως η οργή ή ο φόβος, το μίσος ακόμα και ο πόθος απέναντι σε πρόσωπα που δεν είχα ποτέ φανταστεί, εικόνες και διαπιστώσεις και όψεις του ψυχικού μου κόσμου, που κυριολεχτικά την πρώτη φορά που τις έφερα στο φως μου προκάλεσαν αποτροπιασμό.

Παραθέτω δέκα από τα πιο παράξενα πράγματα που ανακάλυψα για τον εαυτό μου γράφοντας το βιβλίο:

  1. Θα ήθελα να είμαι ο εραστής της μητέρας μου. Το ξέρω ακούγεται απαίσιο. Η λανθάνουσα αυτή ερωτική έλξη, την οποία ένας θεός ξέρει πόσα χρόνια κρύβω μέσα μου, συνοδεύεται από έναν τρομαχτικό φόβο εγκατάλειψης, ο οποίος υπονομεύει όλες τις ερωτικές μου σχέσεις.
  2. Έχω χιούμορ δεκατριάχρονου. Μπορώ να γράψω τόμους, να δώσω πολύωρες διαλέξεις με μοναδικό μου θέμα αστεία για το πως είναι να τον παίζεις και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στην ποιότητα της ζωής σου.
  3. Στον παραμορφωτικό καθρέφτη του υποσυνείδητου μου σχεδόν όλα όσα σχετίζονται με τις πιο δυναμικές και ενεργές όψεις της προσωπικότητας μου, παίρνουν την μορφή ενός φαλλού.
  4. Μου αρέσουν τα λουλούδια. Ιδίως τα μικρά εύθραυστα λουλούδια της άνοιξης που φυτρώνουν στην άκρη του δρόμου, μπορούν να με κάνουν να κλάψω από ευτυχία.
  5. Είμαι επιδειξίας. Μου αρέσει να επιδεικνύω τους φαλλούς του υποσυνείδητου μου εδώ κι εκεί επιζητώντας επιβεβαίωση για το μέγεθος ή την σκληρότητα τους.
  6. Έχω θάρρος. Και θράσος.
  7. Κάποιες φορές όμως είμαι αδικαιολόγητα δειλός. Φοβάμαι τα πάντα, τους άνδρες, τις γυναίκες, τις σκιές, το γάλα, το νερό -χριστέ μου το νερό της θάλασσας μπορεί να με κάνει να τσιρίξω-, τους δεμένους σκύλους, τις δημόσιες υπηρεσίες, την αστροφυσική -την αγαπημένη επιστήμη του πατέρα- γιατί πρώτον μου θυμίζει εκείνον και δεύτερον μου θυμίζει πως θα πεθάνω και πως δεν υπάρχει θεός.
  8. Πιστεύω πως ο πατέρας μου ήταν ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος. Τον αγαπούσα και με αγαπούσε και είναι φριχτό που έφυγε από τη ζωή.
  9. Πιστεύω την ίδια στιγμή πως ο πατέρας μου ήταν ένας μαλάκας που ποτέ δεν μπόρεσε να ωριμάσει και να με αγαπήσει αληθινά. Ζω για να τον εκδικηθώ ακόμα και τώρα μετά τον θάνατό του.
  10. Όταν έχω τις μαύρες μου είμαι αρκετά πονηρός ώστε να βρω ένα τέχνασμα για να αντιστρέψω τους όρους. Ξέρω πως να ξαναγεννιέμαι.

Η δύναμη των ιστοριών.

Υποθέτω λοιπόν πως τουλάχιστον όσο αφορά την περίπτωση μου ο Φρόυντ είχε δίκιο όσον αφορά στις διαπιστώσεις του για το υποσυνείδητο. Υπάρχει ένας σκοτεινός βυθός κάτω από την γυαλιστερή επιφάνεια  της συνείδησης μου και όταν τα πράγματα πάνε στραβά ή όπως λένε και οι Άγγλοι ‘when the shit flies’ ξέρω πως σίγουρα κάποια σύνδεση θα υπάρχει με τα παράξενα πλάσματα που ζουν σε αυτό το βυθό, τις αρρωστημένες μητέρες και τους τρομαχτικούς πατέρες και τους σκληρούς φαλλούς που σαλεύουν στα παγωμένα νερά του.

Είναι πραγματικά ένα παράδοξο το πως η μυθοπλασία, ένα ψέμα στην ουσία, μπορεί να σε βοηθήσει να δεις πιο καθαρά την αλήθεια. Όμως αυτή είναι η δύναμη της αφήγησης, η τρομαχτική δυνατότητα της να σε παίρνει από το χέρι και να σε οδηγεί εκεί που δυσκολευόσουν να πας με την δική σου θέληση. Σκέψου ένα απλό  παράδειγμα. Αντί να πεις σε κάποιον ‘ξέρεις φίλε μου συμπεριφέρεσαι σαν μαλάκας κι αυτό αργά ή γρήγορα θα σου βγει σε κακό’ του λες ‘Ζούσε κάποτε στην μακρινή χώρα του Μπουτάν ένας νεαρός άνδρας ο οποίος…’.

Η αφήγηση, μια ωραία ιστορία, είτε τη γράφεις είτε τη διαβάζεις σε απαλλάσσει από το φορτίο του εγωισμού σου, από την προσκόλληση στο εγώ σου και την μονόπλευρη αντίληψη του. Καθώς ψυχαγωγείσαι, καθώς ακολουθείς υπνωτισμένος το ξετύλιγμα της πλοκής πέφτεις χωρίς να το ξέρεις στα δίχτυα μιας βαθύτερης συνείδησης, μιας πολύ πιο παλιάς, αρχέγονης αλήθειας όσο αφορά την ζωή των ανθρώπων και της σχέσης τους με τον κόσμο.

Φυσικά αυτό προϋποθέτει κι από την δική σου μεριά μια θέληση να καταλάβεις, να ερμηνεύσεις, να ψάξεις βαθύτερα στους συμβολισμούς και τα νοήματα της κάθε ιστορίας. Είναι ένα αμφίδρομο παιχνίδι. Κάποιοι είναι πολύ καλοί μαθητές, άλλοι πάλι δυσκολεύονται πολύ, όπως, ας πούμε, ο μπουνταλάς Σαχριάρ από τις Αραβικές Νύχτες, ο οποίος προκειμένου να πάψει να είναι ένα σοβινιστικό, σεξιστικό γουρούνι που σφάζει γυναίκες επειδή κάποια τον πλήγωσε στο παρελθόν, χρειάστηκε να ακούει συνεχόμενα ιστορίες για χίλιες και μια νύχτες μέχρι επιτέλους να καταλάβει πως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στον άθλιο κόσμο που τον περιβάλλει και στην απιστία των γυναικών αλλά μέσα του.

Υπάρχουν και κάποιοι που δεν θα ακούσουν ποτέ. Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βάλει ένα τοίχο προστασίας μπροστά από κάθε μορφής μυθοπλασία και δεν θέλουν να ακούσουν τίποτα. «Βαριέμαι τη λογοτεχνία, δεν έχει τίποτα χρήσιμο να μου δώσει», είχα ακούσει κάποτε κάποιον  να λέει, «δεν είναι κάτι επιστημονικά αποδεδειγμένο. Δεν είναι αλήθεια». Την πιο δυνατή και εξεζητημένη άμυνα απέναντι στην δύναμη των ιστοριών την άκουσα σχετικά πρόσφατα. «Με κουράζουν οι ερμηνείες. Είναι πολύ χαοτικές», μου είπε κάποιος. Εδώ το πρόβλημα δεν ήταν η λογοτεχνία αλλά οι ερμηνείες. Όμως είναι κάπως παράδοξο να διαβάζεις λογοτεχνία και να μην ερμηνεύεις. Είναι στη φύση του όλου πράγματος να υπάρχει αυτή η αλληλεπίδραση. Στην ουσία αυτό που ήθελε να πει ο συνομιλητής μου είναι πως τον κουράζουν ή πιο σωστά τον τρομάζουν οι διαπιστώσεις που ίσως αναγκαστεί να κάνει για τον εαυτό του διαβάζοντας.

Όμως αρκετά για την ώρα. Σας τον έδειξα και σήμερα. Ας τον βάλω πάλι μέσα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s