Το χαμηλό επίπεδό μου

Πάντοτε έχω την αίσθηση πως για όλα τα γεγονότα της επικαιρότητας γίνεται περισσότερος θόρυβος από όσο είναι απαραίτητο. Ίσως να είναι κάτι που το κληρονόμησα από την οικογένεια μου. Οι καβγάδες των γονιών μου, η τραγωδία της ψυχικής ασθένειας της μητέρας μου, η ντροπή και η περηφάνεια που μας προκαλούσε η αντιμετώπιση όλης αυτής της κατάστασης δεν μας άφηναν και πολλή δύναμη να ασχοληθούμε με το ο,τι συνέβαινε στον έξω κόσμο.

Ίσως και να ήταν και μια ένδειξη υπεροψίας από μέρους μας. Ίσως πάλι και το ακριβώς αντίθετο. Θυμάμαι αδρά τον πανικό που είχε προκαλέσει κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 80 η επικείμενη εισβολή των Τούρκων στο νησί, τους γονείς μου να σχολιάζουν κοροϊδευτικά το άδειασμα των σουπερμάρκετ. Με την ίδια στωικότητα είχαμε αντιμετωπίσει και την σεισμική έξαρση εκείνης της περιόδου. Ο τρόμος των γειτόνων, οι ολονυκτίες έξω από τις εισόδους των πολυκατοικιών και η απόφαση πολλών να κοιμούνται μέσα στα αυτοκίνητα τους ήταν αντιδράσεις που μας είχαν φανεί τουλάχιστον υπερβολικές, αν όχι γελοίες.

Αν εξαιρέσεις την επαρχιώτικη φυσιολατρία μας, τις τακτικές ανοιξιάτικες εξορμήσεις για λουλούδια, μούρα και χόρτα, τα κυριακάτικα δείπνα στο χωριό, αν εξαιρέσεις αυτές τις περιστασιακές εκδηλώσεις λατρείας για τη ζωή, ήμασταν μια οικογένεια που είχε μια σπάνια εμμονή με τον θάνατο. Υποθέτω πως η κατάθλιψη της μητέρας μου συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό σε αυτό. Όμως είχα πάντοτε την πεποίθηση πως αυτή η συστηματική μας έγνοια για την ματαιότητα της ζωής ήταν κάτι πολύ βαθύτερο, μια ξεχωριστή φλέβα στον χαρακτήρα μας που η προέλευση της είχε χαθεί στο βάθος του χρόνου. Ίσως να ήταν αυτό που έφερε κοντά τους γονείς μου και τους γονείς των γονιών μου,  ένα ιδιαίτερο οικογενειακό οικόσημο που είχε περάσει από γενιά σε γενιά.

Για να μην παρεξηγηθώ δεν θεωρώ πως αυτή η εμμονή με τον θάνατο είναι για τον οποιοδήποτε λόγο άξια επαίνου. Ίσα ίσα δεν υπάρχει μεγαλύτερος κιτρινισμός και πιο φτηνό μελόδραμα από την αναπαραγωγή ενός θανατικού. Όμως είναι ακριβώς αυτό το χαρακτηριστικό του θανάτου, η ευκολία με την οποία προκαλεί συναισθήματα, η οσμή και η ατμόσφαιρα ενός πρόχειρα στημένου θεάματος που χαρακτηρίζει ακόμα και την πιο μεγαλοπρεπή κηδεία, που τον κάνει, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, πολύ πιο ενδιαφέροντα από οποιοδήποτε άλλο γεγονός. Παρόλη την τραγικότητα του ο θάνατος, ακόμα και την ώρα του πιο σπαραχτικού θρήνου, την ώρα της απόγνωσης, δεν διστάζει να αυτοσαρκάζεται και να αποκαλύπτει τα πρόσωπα και τα πράγματα στην αληθινή τους διάσταση.

Τις μέρες της πανδημίας δεν αναρωτήθηκα ποτέ αν είναι σωστό να φοράμε μάσκα ή όχι, αν η κυβέρνηση προσπαθεί να μας εξαπατήσει ή αν θα πρέπει να βγάλω τη χολή μου για το κινέζικο έθνος και τις διατροφικές του συνήθειες. Δεν με ενδιαφέρει, δεν με απασχολεί. Ακολούθησα τις οδηγίες των ειδικών χωρίς να σκεφτώ ποτέ πως είμαι ένας ήρωας που θυσιάζει την καθημερινότητά του προκειμένου να σώσει ζωές. Αποδέχθηκα την νέα πραγματικότητα, έχοντας στην καλύτερη περίπτωση μια ειλικρινή περιέργεια για αυτή την καινούρια κατάσταση που με κάποιο τρόπο θα δοκίμαζε τις αντοχές μας και την προσαρμοστικότητα μας.

Υποθέτω πως σε ένα βαθμό είμαι ένας αλλόκοτος άνθρωπος αν σκεφτώ πως δυσκολεύομαι να παθιαστώ για το οποιοδήποτε ζήτημα της επικαιρότητας πέρα ίσως από τις επιδόσεις της αγαπημένης μου ομάδας στο πρωτάθλημα. Πριν μερικά χρόνια είχα παρακολουθήσει τη συνέντευξη ενός αντιναταλιστή Νοτιοαφρικάνου φιλοσόφου. Αντιναταλιστής ονομάζεται αυτός που θεωρεί το φορτίο της ύπαρξης τόσο βαρύ, επίπονο και άσκοπο ώστε πιστεύει πως δεν υπάρχει σπουδαιότερη πράξη ανθρωπισμού από το να παροτρύνεις τους συναθρώπους σου να αποφεύγουν να φέρνουν περαιτέρω ζωές στον κόσμο.

«Η ζωή για μένα είναι όπως μια αδιάφορη ταινία στο σινεμά», είχε πει με πολύ σοβαρό ύφος ο φιλόσοφος. «Δεν σου προκαλεί κανένα ενδιαφέρον, είναι βαρετή και γνωρίζεις το τέλος όμως κάθεσαι να τη δεις μόνο και μόνο επειδή λυπάσαι τα λεφτά που έχεις πληρώσει για το εισιτήριο».

«Μήπως απλά είστε καταθλιπτικός;» τον ρώτησε ο δημοσιογράφος μην μπορώντας να το χωνέψει πως κάποιος εξέφραζε τόσο απροκάλυπτα την περιφρόνηση του για το δώρο της ζωής.

«Και γιατί να είμαι εγώ καταθλιπτικός και να μην είσαστε όλοι οι υπόλοιποι μανιακοί;», απάντησε ο φιλόσοφος.

Μου είχε φανεί ξεκαρδιστικό. Ήταν ακριβώς το είδος του αστείου που θα περίμενες από έναν άνθρωπο που έχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εστιάσει στο τρομερό ζήτημα της ύπαρξης. Παραδόξως, αυτή η κουβέντα αντί να μου προκαλέσει απελπισία με γέμισε με ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα θαλπωρής. Είχε απόλυτο δίκιο. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η ζωή είναι θλιβερή. Οι στιγμές ευτυχίας είναι πολύ σύντομες και αρκετά σπάνιες και ξοδεύεις όλο σου το χρόνο και την ενέργεια προσπαθώντας να αποδείξεις πως όλο αυτό έχει κάποιο νόημα ή τουλάχιστον να ξεχάσεις πως μια μέρα δεν θα υπάρχεις. Είναι γελοίο. Από κάθε άποψη, παρόλη την τραγικότητα του, είναι γελοίο. Όμως είναι ανθρώπινο.

Ο αντιναταλιστής φιλόσοφος, άθελα του μάλλον, μου θύμισε για μια ακόμα φορά τους αισθητικούς κανόνες και την οπτική που επιβάλλει ο θάνατος στην ύπαρξη. Υπό αυτό το πρίσμα αναρωτήθηκα τι είδους ταινία θα ήταν η δική μου ζωή. Σκέφτηκα λοιπόν πως θα ήταν μια ταινία με ελάχιστες καλές ερμηνείες και αρκετές άτεχνες και επιτηδευμένες, στα όρια της πορνογραφίας αρκετές φορές. Μια ταινία γεμάτη εφηβικά αστεία, ασύνδετες εικόνες, ατελείωτες ώρες αυνανισμού και κωμικοτραγικής απελπισίας, μια ταινία σίγουρα με μεγάλες προσδοκίες και αποφάσεις που στο τέλος πάντα ματαιώνονται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.  

Δεν την βρήκα καθόλου βαρετή. Το αντίθετο. Σε αυτό τον εύθυμο εξωφρενισμό, με την αμφιλεγόμενη αισθητική, όπως και στις κηδείες, πιστεύω πως μπορώ να δω τους ανθρώπους και τις καταστάσεις στην αληθινή τους διάσταση. Για αυτό και θα συνεχίσω να αδιαφορώ για την πολιτική και την επικαιρότητα και θα σηκώνω το φρύδι σε όλα τα ξεμαλλιάσματα και το θόρυβο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το οποιοδήποτε θέμα, όχι όπως εσφαλμένα ίσως να νομίζει κάποιος από υπεροψία, αλλά ακριβώς το αντίθετο, γιατί όλα αυτά τα ζητήματα είναι πολύ υψηλότερου επιπέδου από το δικό μου επίπεδο, το οποίο βρίσκεται αρκετά μέτρα βαθιά μέσα στη γη.

«Η κυρία» από την περιβόητη συλλογή με ξυλογραφίες του Χάνς Χόλμπαϊν του νεότερου, «Εικόνες Θανάτου» ή όπως είναι πιο γνωστή «Ο Χορός του Θανάτου». Η συλλογή του αναγεννησιακού καλλιτέχνη φιλοδοξούσε να εικονογραφήσει τη μεσαιωνική ρήση «Ο θάνατος τα εξισώνει όλα».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s