Η Σατανική Εύα

Πριν λίγες μέρες τελείωσα το βιβλίο του Stephen Greenblatt, Η Άνοδος και η Πτώση του Αδάμ και της Εύας, ένα δοκίμιο πάνω στη γοητεία και τη δύναμη της αμφίσημης και σε μεγάλο βαθμό προβληματικής ιστορίας της Βίβλου που περιγράφει τη ζωή των πρώτων ανθρώπων στη γη.

Σύμφωνα με τον Greenblatt η δυναμική της ιστορίας εξηγείται ακριβώς από το γεγονός πως είναι μια κακή ιστορία, μια ιστορία που σε αντίθεση με άλλους τέτοιους μύθους φιλοδοξεί να εξηγήσει την προέλευση του ανθρώπου σχεδόν βεβιασμένα, μέσα σε λίγες λέξεις αφήνοντας άφθονο χώρο για αντιφατικές ερμηνείες.

Η εξέλιξη των ερμηνειών της βιβλικής προέλευσης των πρώτων ανθρώπων στην πάροδο των αιώνων αποκαλύπτει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη μιας προβληματικής που σχετίζεται σχεδόν με κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής∙ το σεξ, το θάνατο, τη ντροπή, το καλό και το κακό και κυρίως τη σχέση των ανθρώπων με την εξουσία, όχι τόσο με την στενή σημασία των ατόμων που διοικούν ή βρίσκονται στην ανώτερη βαθμίδα της ιεραρχίας αλλά περισσότερο με την έννοια της ιδεολογίας, του τρόπου δηλαδή που αντιλαμβάνεται ο καθένας μας τη θέση του μέσα σε ένα πολύπλοκο σύστημα οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.

Παριστάνοντας το φίδι

Μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια κομμουνιστών νομίζω δεν θα είχα ασχοληθεί ποτέ σοβαρά με τους πρωτόπλαστους (παρά μόνο ίσως για να τους κοροϊδέψω) αν στις μεταπτυχιακές μου σπουδές δεν είχα τη τύχη να μελετήσω το έπος Paradise Lost του John Milton. Το έπος ασχολείται κατά κύριο λόγο με την πτώση των ανθρώπων από τον Παράδεισο, ενσωματώνοντας με αριστουργηματικό τρόπο στην απλοϊκή αφηγηματική δομή της Βίβλου, όλους εκείνους τους προβληματισμούς που τους επόμενους αιώνες θα έπαιρναν την μορφή φιλοσοφικών ρευμάτων αμφισβήτησης και πολιτικής ανατροπής.

Θυμάμαι πως ο καθηγητής μας προκειμένου να μας δώσει να καταλάβουμε το βάθος και την απήχηση των στίχων του Μίλτον στο μοντέρνο κόσμο μας ανέθεσε να διαβάσουμε κομμάτια του έπους παίρνοντας τους ρόλους των βασικών χαρακτήρων του δράματος. Η φίλη μου Σάρα, μια έξυπνη και ευδιάθετη κοπέλα από την Αμερική (μπορείτε να τη φανταστείτε όπως την Βιρτζίνια Ότις από το Φάντασμα του Κάντερβιλ) θα ήταν η αυθάδης, πεισματάρα Εύα, μια λεσβία Βρετανίδα ινδικής καταγωγής ο Αδάμ κι εγώ -τι άλλο- το καταραμένο φίδι.

Πέρα από την καταστροφική επίδραση που είχαν οι αλλοπρόσαλλες προφορές μας και η έλλειψη υποκριτικής τέχνης στο έπος του Μίλτον νιώσαμε νομίζω όλοι μας -έστω για λίγο- αυτό που ο καθηγητής υποθέτω φιλοδοξούσε να μας δείξει, πως δηλαδή το έργο του Μίλτον δεν ήταν κάποιο απροσπέλαστο απολίθωμα της αναγεννησιακής λογοτεχνίας αλλά κάτι πολύ πιο πρακτικό και ιδιοφυές, ίσως ένα μηχανικό πρότυπο, όπως για παράδειγμα ο Σκοτεινός Θάλαμος (Camera Obscura), με το οποίο μπορούσες να δεις τον εαυτό σου να προβάλλεται με μια νέα διαφορετική προοπτική στον κόσμο.

Τα δύο είδη ανθρώπων

Γενικά μιλώντας, και απλουστεύοντας αρκετά υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις στην ιστορία. Παραφράζοντας τον Μαρκ Τουαίην (ο οποίος επίσης ασχολήθηκε με τους πρωτόπλαστους) υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων, αυτοί που θεωρούν το φίδι κακό και αυτοί που θεωρούν το φίδι καλό.

Όσοι θεωρούν το φίδι κακό αναζητούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο, αγνό παρελθόν. Τα μέλη της ομάδας αυτής δεν έχουν συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό. Για παράδειγμα μπορεί κάποιος δεξιός να αναζητά την καθαρότητα και την ομοιογένεια του έθνους προτού αυτό μολυνθεί από τις τοξικές ιδέες της παγκοσμιοποίησης και τους μετανάστες ή ένας αριστερός να επιμένει στην επιστροφή στις «βασικές αρχές» του μαρξισμού προτού ο μαρξισμός αλλοιωθεί από μεταμοντέρνες αναθεωρήσεις και ερμηνείες. Η βασική ιδέα είναι πως υπήρχε κάποιο χρονικό σημείο στην ιστορία όπου οι ιδέες ή η ζωή ή οι άνθρωποι ή η φύση λειτουργούσαν χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις και στο οποίο θα πρέπει πάση θυσία να επιστρέψουμε προκειμένου να ανακτήσουμε την χαμένη ισορροπία.

Όσοι θεωρούν το φίδι καλό -όπως εγώ- από την άλλη πιστεύουν πως ουδέποτε υπήρξε και ούτε θα υπάρξει μια τέτοια ισορροπία. Επιστρέφοντας στα παραδείγματα μας, ουδέποτε υπήρξε μια ιστορική στιγμή εθνικής αγνότητας και καθαρότητας, πάντοτε οι λαοί ήταν μια διαλεκτική αλληλεπίδραση διαφορετικών πολιτισμών και φυλών, ουδέποτε υπήρξε «καθαρός» μαρξισμός, το ίδιο το έργο του Μαρξ χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις και ανοιχτά ζητήματα που έχριζαν παραπάνω διερεύνησης και συζήτησης. Το φίδι επομένως για εμάς τους οπαδούς του δεν οδηγεί τους πρωτόπλαστους στην πτώση αλλά αντιθέτως τους βοηθά να ξυπνήσουν από μια ψευδαίσθηση που τους εμποδίζει να δουν τα πράγματα και συνεπώς τους εαυτούς τους στην ζωντανή, δυναμική τους διάσταση.

Ποτέ το σεξ δεν ήταν τόσο γλυκό

Για όσους έχουν διαβάσει το αριστούργημα του Μίλτον αυτό που παραμένει συγκλονιστικά όμορφο ακόμα και τώρα είναι ο τρόπος που οι δύο πρωτόπλαστοι με κάποιο τρόπο βγαίνουν μέσα από το κείμενο και αποκτούν ζωή λίγο πριν και μετά την πτώση. Μέχρι τότε η συνεχής παρουσία του ενός δίπλα στον άλλο, η αγάπη που φαίνεται να τους έχει επιβληθεί περισσότερο παρά να την έχουν επιλέξει μοιάζει να εμποδίζουν την αληθινή ροή του χρόνου, την αληθινή εξέλιξη του χρόνου, παγιδεύοντας τους μέσα σε ένα κουρδιστό αυτόματο όπου οι ίδιες κινήσεις επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά χωρίς σκοπό. Ο Αδάμ και η Εύα έρχονται πραγματικά κοντά και αποκτούν ψυχολογικό βάθος τη στιγμή που η Εύα αποφασίζει να απομακρυνθεί από τον σύντροφο της, τη στιγμή που καταβάλλεται από εκείνη την παράξενη επιθυμία περιπλάνησης  (strange desire of wandering όπως την περιγράφει ο Μίλτον) η οποία αναπόφευκτα την οδηγεί στη συνάντηση της με το φίδι και τον πειρασμό.

Η Εύα είναι η πρώτη αληθινή επαναστάτρια όχι στη λογική μιας οργισμένης εξέγερσης ή μιας συναισθηματικής εκτόνωσης απέναντι στην εξουσία αλλά περισσότερο με το θάρρος της να αποκλίνει από την «αλήθεια» μιας δεδομένης ιδεολογικής πραγματικότητας, με την σκόπιμη περιπλάνηση της μακριά από τον επιβεβλημένο της ρόλο ως συμπλήρωμα ενός άνδρα.

Η τόλμη της αυτή διαλύει την ψευδαίσθηση∙ ο θεός αποκαλύπτεται ως μια τρομαχτική εξουσία που μπορεί να συνθλίψει τους ανθρώπους (ο Αδάμ ζαρώνει μπροστά του), για πρώτη φορά οι άνθρωποι κάνουν άσχημες σκέψεις ο ένας για τον άλλο, λένε πράγματα προκειμένου να πληγώσουν και να προσβάλουν ο ένας τον άλλο, ρίχνουν ο ένας την ευθύνη στον άλλο για τον διωγμό τους από την Εδέμ. Τα πράγματα αποκτούν την αληθινή δυναμική τους διάσταση όμως αντί αυτό να οδηγήσει στην καταστροφή δημιουργεί το χώρο και τις συνθήκες για δράση. Η εποχή της μηχανιστικής, παιδιάστικης ικανοποίησης των επιθυμιών στον όμορφο κήπο δίνει τη θέση της στο πάθος, στην αναγκαιότητα της πράξης, σε μια αμοιβαία χειρονομία παράβασης των ορίων και των τύπων. Για πρώτη φορά το σεξ είναι τόσο γλυκό και φυσικά βρώμικο.

Υποθέτω πως είναι το ίδιο μοτίβο που ενημερώνει την πλοκή της ταινίας Truman Show. Ο Τρούμαν ζει σε έναν ιδανικό κόσμο, έχει μια ευτυχισμένη οικογένεια, φίλους που τον αγαπούν όμως τίποτα από αυτά δεν είναι αληθινό εφόσον χωρίς να το ξέρει συμμετέχει από τη στιγμή της γέννησης του σε ένα φριχτό reality show. Η αφύπνιση του ξεκινά με μια παρόμοια περιπλάνηση στα όρια του παραδείσου, στην γραμμή του ορίζοντα που δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια βαμμένη γυψοσανίδα ενός τηλεοπτικού στούντιο.

Είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς τον παραλληλισμό αυτής της ψεύτικης ειδυλλιακής πραγματικότητας με την σκληρή ιδεολογική επιβολή του σύγχρονου, ψηφιακού καπιταλισμού. Στοιχεία που παραπέμπουν σε αυτό το συσχετισμό είναι για παράδειγμα η συνεχής -online- παρουσία, η αφθονία και η ποικιλία των αγαθών και των επιλογών και η μηχανιστική ικανοποίηση παιδιάστικων επιθυμιών∙ πάνω από όλα όμως είναι εκείνη η αίσθηση, όπως και στον παράδεισο, πως ο χρόνος έχει πάψει να κυλά, πως κανένα γεγονός, καμία πράξη δεν μπορεί να σταματήσει τη ροή πληροφορίας και ψυχαγωγίας.  Καμία πράξη δεν προκύπτει ως αναγκαιότητα παρά μόνο ως έκφραση μιας ανέξοδης, χωρίς σημασία ελεύθερης βούλησης.

Δεν είναι να απορεί λοιπόν κανείς που η εποχή μας χαρακτηρίζεται από ερωτική και κυρίως πολιτική ανικανότητα. Όλες οι πολιτικές προτάσεις οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, στον ίδιο χυλό άνοστων αστείων και σλόγκαν που ρέουν ασταμάτητα στις οθόνες των κινητών μας. Οι άνθρωποι βιώνουν την οικονομική και πολιτική κρίση όχι ως ένα ανοιχτό πεδίο δράσης αλλά σαν ένα παράξενο ψυχολογικό φαινόμενο που εκτονώνεται περιστασιακά με εξάρσεις οργής, καταθλιπτικά επεισόδια και κρίσεις πανικού.  

Υπό αυτή την έννοια ένας ιδεολογικός σατανισμός ή ακόμα καλύτερα ένας σατανικός φεμινισμός, μία μοναχική περιπλάνηση μακριά από την ευτυχία με τους όρους που αυτή εκφράζεται ως συστατικό στοιχείο του κυρίαρχου συστήματος (πολυφωνία, καταναλωτισμός, συνεχής ψηφιακή παρουσία κτλ) ίσως να είναι ο μόνος δρόμος που να οδηγεί στην έξοδο. Αν μη τι άλλο για πρώτη φορά το σεξ θα είναι τόσο γλυκό (και βρώμικο φυσικά), έστω και αν μετά τον  οργασμό, όπως οι πρωτόπλαστοι του Μίλτον θα συνεχίσουμε να κατηγορούμε ο ένας τον άλλο για τις συμφορές μας και η γνώση του επικείμενου θανάτου μας θα είναι πιο έντονη και επίπονη από ποτέ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s